Black & White (2)
Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να γυρίσω πίσω, αν ήταν δυνατόν πίσω στο χρόνο, σ’ εκείνο το βράδυ ή έστω να γυρίσω εντός ορίων. Εκεί που τα πάντα ήταν γνώριμα, που είχα τις απαντήσεις και κυρίως τον έλεγχο.
Πόσο μακριά που φαίνεται τώρα η εποχή που όλα ήταν απλά. Αλήθεια πότε ξέφυγαν όλα; Ίσως αν προσπαθήσω να τα φέρω στο μυαλό μου τώρα, μπορεί να τα ξεπλύνει η βροχή…
Σταμάτησα να πάρω την εφημερίδα μου, όπως κάθε μέρα από διαφορετικό περίπτερο… έβρεχε και τότε. Είχε ένα μικρό μπιστρό στη γωνία και πείναγα. Δεν είχα κοιμηθεί πάλι όλη νύχτα… ζούσα. Με το φως της μέρας δεν μπορούσα να ζήσω, γυρνούσα σαν νεκρός ανάμεσα στους ζωντανούς, έκανα ότι έκαναν όλοι απλώς για να μην ξεχωρίζω.
Έπιασα ένα τραπεζάκι να μπορώ να βλέπω την πόρτα, πλάτη στον τοίχο και κοντά στην κουζίνα. Κινήσεις που γινότανε πια αυτόματα, χωρίς σκέψη, όπως αναπνέει κάποιος. Παράγγειλα κι άνοιξα την εφημερίδα στις αγγελίες. Είχε περάσει καιρός από την τελευταία δουλειά μου και είχα αρχίσει να βαριέμαι την αναμονή. Ευτυχώς σήμερα είχε κάτι για μένα.
Μια σκιά δεν έχει διεύθυνση, δεν έχει τηλέφωνο, δεν υπάρχει. Ο μόνος τρόπος για επαφής ήταν οι αγγελίες στην εφημερίδα αυτή, και σήμερα είχε μια αγγελία για μένα. Έπρεπε να κάνω ένα τηλέφωνο, στον μοναδικό άνθρωπο που γνώριζε ποιος ήμουν, ο μόνος άνθρωπος που ας πούμε ότι εμπιστευόμουν, τον μέντορα και μετ’ έπειτα συνεργάτη μου.
- Καλημέρα. Πες μου.
- Καλημέρα. Σήμερα το βράδυ στις 11 στο γνωστό μέρος.
- Εντάξει, θα είμαι εκεί.
Δεν μπορούσες να πεις και πολλά από το τηλέφωνο, δεν ήταν ασφαλές, δεν μπορούσες να ζυγίσεις τον άλλο, έλειπε η προσωπική επαφή, τα μάτια. Εκεί φαίνονται όλα, τα ψέματα, η άγνοια, η πονηριά....όλα.
Και νύχτωσε…άρχισα και πάλι να ζω.
Είχα καιρό να τον δω, ένοιωσα ευχάριστα που ξανάβλεπα ένα γνωστό πρόσωπο.
- Τι κάνεις γέρο;
- Καλά είμαι στραβάδι, εσύ;
- Βαρέθηκα να κάθομαι. Πες μου τι μου ‘χεις.
- Απλή δουλίτσα, μπες βγες. Δεν θα βρεις καμία αντίσταση, μόνο που θα πρέπει να το κάνεις να φανεί σαν ατύχημα ή ληστεία. Η ληστεία είναι λίγο πιο βολική γιατί θα πρέπει να φέρεις κάτι από το σπίτι του τύπου.
- Τις ξέρω τις απλές δουλίτσες σου. Τι πρέπει να φέρω;
- Δεν ξέρω ακόμα. Θα πάμε να συναντήσουμε κάποιον και θα μάθουμε τις λεπτομέρειες.
- Τι λες μωρέ; Ξεμωράθηκες;
- Ξέρω, αλλά επέμενε να τα πει σε σένα μόνο και πληρώνει πολύ καλά. Ή έτσι ή καθόλου. Και το ότι κάθεσαι τόσο καιρό δεν είναι καλό για κανέναν μας. Δεν σε έχω κρεμάσει ποτέ, λες να αρχίσω τώρα;
- Δεν γίνονται ρε γέρο αυτά, μπας και να βγάλεις την φωτογραφία μου στις εφημερίδες;
- Δεν έχεις καταλάβει νομίζω. Μ’ αυτή τη δουλειά μπορείς να σταματήσεις κι εσύ κι εγώ μαζί. Τέρμα. Κι αν δεν κουράστηκες εσύ, κουράστηκα εγώ.
- Και τι θα κάνω μετά; Διακοπές; Μήπως να ανοίξω κανένα εστιατόριο;
- Κοίταξέ με. Δεν είμαι όπως τότε που πρωτογνωριστήκαμε, σχεδόν κουτσαίνω, τα αντανακλαστικά μου είναι ανύπαρκτα, δεν μπορώ να πιω, δεν μπορώ να καπνίσω….πεθαίνω…σιγά σιγά. Για μένα είναι το τέλος εδώ, εσύ κάνε ότι νομίζεις. Αλλά αυτό μου το χρωστάς στραβάδι.
- Εντάξει…
Εκεί άλλαξαν όλα. Αυτό το εντάξει ήταν το πρώτο λάθος, η πρώτη υποχώρηση, το πρώτο βήμα έξω από τα όρια.
Πόσο μακριά που φαίνεται τώρα η εποχή που όλα ήταν απλά. Αλήθεια πότε ξέφυγαν όλα; Ίσως αν προσπαθήσω να τα φέρω στο μυαλό μου τώρα, μπορεί να τα ξεπλύνει η βροχή…
Σταμάτησα να πάρω την εφημερίδα μου, όπως κάθε μέρα από διαφορετικό περίπτερο… έβρεχε και τότε. Είχε ένα μικρό μπιστρό στη γωνία και πείναγα. Δεν είχα κοιμηθεί πάλι όλη νύχτα… ζούσα. Με το φως της μέρας δεν μπορούσα να ζήσω, γυρνούσα σαν νεκρός ανάμεσα στους ζωντανούς, έκανα ότι έκαναν όλοι απλώς για να μην ξεχωρίζω.
Έπιασα ένα τραπεζάκι να μπορώ να βλέπω την πόρτα, πλάτη στον τοίχο και κοντά στην κουζίνα. Κινήσεις που γινότανε πια αυτόματα, χωρίς σκέψη, όπως αναπνέει κάποιος. Παράγγειλα κι άνοιξα την εφημερίδα στις αγγελίες. Είχε περάσει καιρός από την τελευταία δουλειά μου και είχα αρχίσει να βαριέμαι την αναμονή. Ευτυχώς σήμερα είχε κάτι για μένα.
Μια σκιά δεν έχει διεύθυνση, δεν έχει τηλέφωνο, δεν υπάρχει. Ο μόνος τρόπος για επαφής ήταν οι αγγελίες στην εφημερίδα αυτή, και σήμερα είχε μια αγγελία για μένα. Έπρεπε να κάνω ένα τηλέφωνο, στον μοναδικό άνθρωπο που γνώριζε ποιος ήμουν, ο μόνος άνθρωπος που ας πούμε ότι εμπιστευόμουν, τον μέντορα και μετ’ έπειτα συνεργάτη μου.
- Καλημέρα. Πες μου.
- Καλημέρα. Σήμερα το βράδυ στις 11 στο γνωστό μέρος.
- Εντάξει, θα είμαι εκεί.
Δεν μπορούσες να πεις και πολλά από το τηλέφωνο, δεν ήταν ασφαλές, δεν μπορούσες να ζυγίσεις τον άλλο, έλειπε η προσωπική επαφή, τα μάτια. Εκεί φαίνονται όλα, τα ψέματα, η άγνοια, η πονηριά....όλα.
Και νύχτωσε…άρχισα και πάλι να ζω.
Είχα καιρό να τον δω, ένοιωσα ευχάριστα που ξανάβλεπα ένα γνωστό πρόσωπο.
- Τι κάνεις γέρο;
- Καλά είμαι στραβάδι, εσύ;
- Βαρέθηκα να κάθομαι. Πες μου τι μου ‘χεις.
- Απλή δουλίτσα, μπες βγες. Δεν θα βρεις καμία αντίσταση, μόνο που θα πρέπει να το κάνεις να φανεί σαν ατύχημα ή ληστεία. Η ληστεία είναι λίγο πιο βολική γιατί θα πρέπει να φέρεις κάτι από το σπίτι του τύπου.
- Τις ξέρω τις απλές δουλίτσες σου. Τι πρέπει να φέρω;
- Δεν ξέρω ακόμα. Θα πάμε να συναντήσουμε κάποιον και θα μάθουμε τις λεπτομέρειες.
- Τι λες μωρέ; Ξεμωράθηκες;
- Ξέρω, αλλά επέμενε να τα πει σε σένα μόνο και πληρώνει πολύ καλά. Ή έτσι ή καθόλου. Και το ότι κάθεσαι τόσο καιρό δεν είναι καλό για κανέναν μας. Δεν σε έχω κρεμάσει ποτέ, λες να αρχίσω τώρα;
- Δεν γίνονται ρε γέρο αυτά, μπας και να βγάλεις την φωτογραφία μου στις εφημερίδες;
- Δεν έχεις καταλάβει νομίζω. Μ’ αυτή τη δουλειά μπορείς να σταματήσεις κι εσύ κι εγώ μαζί. Τέρμα. Κι αν δεν κουράστηκες εσύ, κουράστηκα εγώ.
- Και τι θα κάνω μετά; Διακοπές; Μήπως να ανοίξω κανένα εστιατόριο;
- Κοίταξέ με. Δεν είμαι όπως τότε που πρωτογνωριστήκαμε, σχεδόν κουτσαίνω, τα αντανακλαστικά μου είναι ανύπαρκτα, δεν μπορώ να πιω, δεν μπορώ να καπνίσω….πεθαίνω…σιγά σιγά. Για μένα είναι το τέλος εδώ, εσύ κάνε ότι νομίζεις. Αλλά αυτό μου το χρωστάς στραβάδι.
- Εντάξει…
Εκεί άλλαξαν όλα. Αυτό το εντάξει ήταν το πρώτο λάθος, η πρώτη υποχώρηση, το πρώτο βήμα έξω από τα όρια.

7 Comments:
Αραγε σε ποια κατηγορια ηταν καταχορούντε τέτοιες αγγελιες;
Μασαζ; Γνωριμιες; Συνοικέσια;
Το πράγμα αποκτά ενδιαφερον.
Εντάξει,σιγουρεύτηκα...
Μ'αρέσει αυτή η ιστορία.
Steven... η φαντασία σου αρχίζει να οργιάζει και μαζί της και η δική μου!
Keep up...
Τωρα μάλιστα...τώρα αποκτά πολύ ενδιαφέρον.
Ανυπομονώ να αιφνιδιαστώ.
Γουστάρω!
Αντε μη χαζεύεις και ρίξε τον επόμενο γιατί θελώ να δω φαντασία να ξεδιπλώνεται.
Xmmm ... και μετά; Και μετά;
Ρε έχω αγωνία λέμε!!! Γράφε!!!
Post a Comment
<< Home